Η Πορεία της Γυναίκας στην Ουάσιγκτον που πραγματοποιήθηκε τον Ιανουάριο του 2017 την επόμενη της ορκωμοσίας του Τραμπ, κατάφερε να συγκεντρώσει πλήθος χιλιάδων πολιτών κι εξελίχθηκε στην μεγαλύτερη διαδήλωση στην ιστορία των ΗΠΑ. Η ιδέα της διαδήλωσης ξεκίνησε όταν μια ηλικιωμένη κάτοικος της Χαβάης έκανε μια δημοσίευση στο Facebook που έλεγε το εξής απλό: πρέπει να διαδηλώσουμε. Η έκταση της πορείας ξεπέρασε κάθε προσδοκία και για ορισμένους αυτό οφείλεται στις μοναδικές δυνατότητες ταχείας κινητοποίησης που μας προσφέρουν τα κοινωνικά μέσα. Με εργαλεία όπως το Facebook και το Twitter, διαφορετικές ομάδες μπορούν να κινητοποιηθούν γρηγορότερα από ποτέ. Αντίστοιχες μαζικές κινητοποιήσεις μέσω των social media είχαμε δει με την Αραβική Άνοιξη και με κινήματα των αγανακτισμένων σε Ισπανία, Ελλάδα κι αλλού, και πιο πρόσφατα στο Χονγκ Κονγκ.
Η επιρροή των μέσων κοινωνικής δικτύωσης όμως δεν σταματά απλά στην ταχεία κινητοποίηση πολιτών καθώς τέτοιες πλατφόρμες αποτελούν σημείου διαλόγου αλλά και πηγή ενημέρωσης. Αυτά τα δύο χαρακτηριστικά όμως παρουσιάζουν κάποιους περιορισμούς και κινδύνους. Αρχικά ο διάλογος δυστυχώς σπάνια γίνεται μεταξύ ετερόκλητων ατόμων, και όταν γίνεται δεν στηρίζεται στην λογική και στα επιχειρήματα αλλά στις βρισιές. Όπως στην προσωπική μας ζωή επιλέγουμε να περιτριγυριζόμαστε από άτομα που λίγο ή πολύ έχουμε κάποια κοινά χαρακτηριστικά κι ενδιαφέροντα, έτσι και στην ψηφιακή μας ζωή επιλέγουμε να κατασκευάσουμε έναν κλειστό κόσμο όπου οι μόνοι κάτοικοι θα είναι ομόφρονες μας.
Το δεύτερο σημείο, που είναι και εν μέρει συνέχεια του προηγούμενο, είναι η χρήση τέτοιον δικτύων ως πηγή ενημέρωσης. Αντίστοιχα, πάλι επιλέγουμε να ακολουθούμε τα κανάλια εκείνα που βρίσκονται πιο κοντά στα πιστεύω μας. Αυτό δεν είναι πρωτότυπο βέβαια. Και παλαιότερα σπάνια θα έβρισκες ανθρώπους που αγόραζαν τακτικά εφημερίδες άλλου πολιτικού χώρου. Η διαφορά όμως τώρα είναι η αυξημένη ταχύτητα της ενημέρωσης που συνεπάγεται και την αυξημένη διάδοση ψευδών ειδήσεων, τα λεγόμενα και fake news. Ο ανησυχητικός αριθμός επεισοδίων που αφορούν τη χρήση των σόσιαλ μίντια για την επιρροή των εκλογών ακόμα και σε ξένες χώρες και της χειραγώγησης της δημόσιας σφαίρας καθώς και την έξαρση ομάδων που χρησιμοποιούν το Διαδίκτυο για να υποκινήσουν μίσος και βία, μας προειδοποιεί σαφώς ότι η δυσμενής σχέση μεταξύ αυτών των δικτύων και της δημοκρατίας δεν είναι πλέον απλώς τυχαία περιστατικά.
Η διαμόρφωση της κοινής γνώμης πλέον περνάει από τα smartphones και οφείλουμε να είμαστε προετοιμασμένοι ενάντια στους κινδύνους των κοινωνικών μέσων. Αλλά τα κοινωνικά μέσα είναι μια απλή πλατφόρμα που πατάνε στα δικά μας πάθη και το ίδιο το περιεχόμενο κάθε είδησης, είτε αληθές είτε ψευδές, δημιουργήθηκε από έναν πραγματικό πολίτη, κυβερνητική υπηρεσία, πολιτικό κόμμα ή εταιρεία κάπου ανάμεσα μας. Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης είναι μια απλή αντανάκλαση των τύπων πολιτών που έχουμε καλλιεργήσει. Εάν κάποιος πρωθυπουργός επιλέγει να αγοράζει θετικές αντιδράσεις για τις δημοσιεύσεις του, τότε πρέπει να αναζητήσουμε τις αιτίες πέρα από το Facebook και να δούμε τις δομικές αδυναμίες μιας τέτοιας δημοκρατίας όπου ένας εκλεγμένος πρωθυπουργός καταφεύγει σε τέτοιες λύσεις.


